Vintage Pics: 1981 - 13.000 ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας απεργούν & ο Ρήγκαν τους απολύει όλους

Το 1981 λοιπόν, η PATCO (Professional Air Traffic Controllers Organization) η Οργάνωση των Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας των ΗΠΑ ζήτησε από την FAA, την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας των ΗΠΑ, $10.000 αύξηση ετησίως για κάθε ελεγκτή, τετραήμερη εργασία και πλήρη αφυπηρέτηση μετά από 20 χρόνια. Συνολικό κόστος των αιτημάτων $770εκ για την FAA.

 

H αντιπρόταση της FAA δεν έγινε δεκτή και οι ελεγκτές, άρχισαν τις προετοιμασίες για απεργία.

Στις 3 Αυγούστου 1981 στις 7 το πρωί, 13,000 μέλη της PATCO, προχώρησαν σε απεργία κατά παράβαση του Ομοσπονδιακού νόμου που απαγορεύει σε άτομα που εργάζονται για το κράτος να απεργούν εναντίον της κυβέρνησης.Οι 13.000 από τους 17.500 ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας προχώρησαν σε απεργία διαρκείας διεκδικώντας καλύτερους μισθούς, συνταξιοδοτικά προνόμια και λιγότερες ώρες εργασίας. 
 
 
Ο τότε πρόεδρος της Αμερικής, Ρόναλντ Ρίγκαν, δεν μάσησε τα λόγια ούτε φοβήθηκε τυχόν πολιτικές συνέπειες. Με ανακοίνωση-τελεσίγραφο ενημέρωνε τους απεργούς πως είτε επιστρέφουν στα καθήκοντα τους σε 48 ώρες είτε απολύονται για παράβαση του νόμου.
 
 
Ακριβώς 48 ώρες μετά ο πρόεδρος τήρησε αυτό που είχε πει και απέλυσε 11,345 ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας απο του 17.000 συνολικά και παράλληλα τους απαγόρευσε να δουλέψουν ξανά ως ελεγκτές.

 

 

Ο Πρόεδρος του σωματείου των εργαζομένων στην Υπηρεσία Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Robert Poli  

Αν και οι ηγέτες της συντεχνίας τον κατηγόρησαν για «βίαιη υπερβολή», ο Ρίγκαν –ως σκληρός cowboy- απάντησε πως κανένας πρόεδρος των ΗΠΑ δεν θα ανεχόταν μία παράνομη απεργία από κρατικούς υπαλλήλους.
 
Οι πτήσεις στις ΗΠΑ δεν κατέρρευσαν. Οι υπόλοιποι ελεγκτές που δεν απέργησαν μαζί με άτομα από την πολεμική αεροπορία έλεγχαν τις πτήσεις. Τις πρώτες δύο μέρες 60% των πτήσεων διενεργήθηκε κανονικά. Τέσσερις μέρες μετά, το 80% των πτήσεων έγινε κανονικά. 
Μερικούς μήνες αργότερα, η κυβέρνηση δεν αναγνώριζε πλέον την PATCO.
 
Μετά από τη συγκεκριμένη κίνηση του Reagan να αντικαταστήσει εργαζόμενους που ήταν σε απεργία, πολλά πράγματα άλλαξαν σε σχέση με τις εργασιακές σχέσεις στις ΗΠΑ.
 
 
Η απεργία αυτή θεωρήθηκε από πολλούς ως η αρχή του τέλους για τον συνδικαλισμό στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Μια στάση που θα εμπνεύσει την Μάργκαρετ Θάτσερ, όταν 3 χρόνια αργότερα θα ξεσπάσει η μεγάλη απεργία των ανθρακωρύχων στην Μεγάλη Βρετανία και θα αποτελέσει το τέλος του πανίσχυρου συνδικάτου τους στη χώρα.
 
Το «δικαίωμα στην εργασία»
 
Το δικαίωμα στην απεργία σταδιακά θα μετατραπεί σε «δικαίωμα στην εργασία» και οι απεργίες θα θεωρηθούν ως μέσο «εκβιασμού και ομηρίας των πολιτών». Έτσι θα θεσπιστούν μια σειρά από νόμοι που διευκολύνουν την ποινικοποίηση τους.
 
Ο νόμος Taft–Hartley που ψηφίστηκε από το αμερικάνικο κογκρέσο το 1947 –παρά το βέτο του προέδρου Τρούμαν- θα αποτελέσει το άλλοθι στις ΗΠΑ για τη θέσπιση νομοθετικών πράξεων που διασφαλίζουν το «δικαίωμα στην εργασία» έναντι της απεργίας. Οι νόμοι αυτοί επιτρέπουν -μεταξύ άλλων-στον εργοδότη να απολύσει όποιον εργάτη απεργεί ή ανήκει σε σωματείο ενώ παράλληλα του δίνει το δικαίωμα να στραφεί νομικά εναντίον συνδικάτων. Τον Δεκέμβριο του 2012 το Μίσιγκαν έγινε η 24η πολιτεία όπου το «δικαίωμα στην εργασία» νομοθετήθηκε παρά τις διαμαρτυρίες χιλιάδων πολιτών. Εντύπωση προκαλεί πως ακόμα και ο πρόεδρος Ομπάμα τάχθηκε κατά του νόμου δηλώνοντας ότι δεν μειώνει την ανεργία αλλά  οδηγεί σε όλο και περισσότερο  κακοπληρωμένη εργασία.  

Επιμέλεια: Ε.Ν

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ