Ο Δημήτρης Αντωνόπουλος επισκέφθηκε το Indian Chef το μεγαλύτερο ινδικό εστιατόριο της πόλης & έχει άποψη...

Δεν είμαστε φυσικά Λονδίνο, που έχει πολλούς πλούσιους και μεσοαστούς Ινδούς κατοίκους, αλλά οι Ινδοί επισκέπτες της Ελλάδας πλησιάζουν τους 250.000, οπότε είναι σίγουρο ότι η πόλη αξίζει να έχει σύγχρονα ινδικά εστιατόρια και το «Indian Chef» πετυχαίνει αυτόν το στόχο στο επίπεδο της διακόσμησης.

Η σάλα του του δίνει άνετα τον τίτλο του μεγαλύτερου ινδικού της πόλης, που ακόμη βέβαια δεν έχει βρει το κοινό του, καθώς λειτουργεί λίγο καιρό.

Το προτιμούν πάντως, όπως διαπίστωσα, και Ινδοί, και νέοι Έλληνες, και είναι ό,τι πρέπει για να το κάνεις στέκι μια κι έχει μια μητροπολιτική θέρμη, με τις πολλών και διαφορετικών στιλ όμορφες καρέκλες του σε ανοιχτόχρωμο ξύλο, τους καναπέδες στο χρώμα του παγωνιού αλλά και μια βιομηχανική νότα από τούβλα σε σκούρο κεραμιδί και φωτιστικά από μέταλλο και σχοινί.

Οι «βιβλιοθήκες» μοιράζουν έξυπνα το χώρο και τα ινδικά στοιχεία στο ντεκόρ είναι λίγα και υπαινικτικά: ξυλόγλυπτα παραβάν, μπρούντζινα αγαλματάκια θεοτήτων, οι στρογγυλές κολόνες του κτιρίου βαμμένες χρυσές, μπρούντζινα σκεύη...

Σχεδόν απ’ άκρη σ’ άκρη, η κουζίνα είναι εμφανής και πίσω από το γυαλί βλέπουμε συνεχώς τέσσερις-πέντε σεφ να μαγειρεύουν. Η μουσική, βέβαια, από ένα σημείο και μετά πριονίζει τα αφτιά που δεν είναι συνηθισμένα σε τόσο ψηλές νότες για πολλή ώρα, σύμφωνα με τον Δημήτρη Αντωνόπουλο και το athinorama.gr.

Το μενού, όπως συνηθίζεται, έχει πάμπολλες προτάσεις που περιλαμβάνουν εμβληματικά πιάτα αλλά και κάποια λιγότερο συνηθισμένα, δίνοντας ένα ολοκληρωμένο πανόραμα ινδικής μαγειρικής.

Το θέμα είναι ότι η κουζίνα είναι μέτρια, παρά την αναμφισβήτητη ικανότητα των μαγείρων στο καρύκευμα. Υπάρχουν, λοιπόν, μερικά πράγματα που τα φτιάχνουν καλά. Ένα σιγουράκι είναι οι πίτες: λεπτεπίλεπτα τραγανά pappadam, τροφαντά naan και απαλά και καυτερά paratha, με πατάτες, κρεμμύδια, fenugreek, τυρί, κιμά ή ξηρούς καρπούς, είναι πραγματικά καλά και ό,τι πρέπει για να κάνεις βούτες στις ωραίες σάλτσες. 

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τραγανές κρέπες dosa, χαρακτηριστική σπεσιαλιτέ της Νότιας Ινδίας, που δεν τις βρίσκεις εύκολα στην Αθήνα. Τη λεπτή νόστιμη κρέπα από αλεύρι ρυζιού και μαύρης φακής τη δοκίμασα σε δύο μυρωδάτες εκδοχές: αυτή με πατάτα και κρεμμύδι ήταν καλύτερη από εκείνη με το λευκό τυρί και τα μυρωδικά.

Αμφότερες ανεβάζουν στροφές καθώς τις βουτάς σε μια πικάντικη σούπα/σάλτσα με γλυκά μπαχαρικά, φακές, πιπεριές και καρότα ή στην ακόμη καλύτερη καυτερή σάλτσα δυόσμου.
Πήραμε όμως ένα αρνί Madras όπου το κακό, γεμάτο χόνδρους κρέας δεν σωζόταν από την ωραία καυτερή σάλτσα ντομάτας.

Παρομοίως κακά ήταν και τα χονδροειδή και βαριά τηγανισμένα πιτάκια samosa. Σε μέτριο επίπεδο κινούνται άλλα δύο δημοφιλή πιάτα: μπορεί το chicken malai να ψήνεται σωστά στο tandoori και να έρχεται ζουμερό, αλλά απογοητεύει αφού είναι σχεδόν άγευστο, χωρίς να ακούγονται καθόλου οι γεύσεις της μαρινάδας του από αμύγδαλα, κάσιους, κάρδαμο, τζίντζερ και σκόρδο. 

Παρομοίως ένα biryani με γαρίδες δεν καταφέρνει να συγκινήσει με τη μετριότητά του· μόνο λίγο άρωμα κάρδαμου ξεχωρίζει. Ακόμη και ο αγαπημένος συνδυασμός πατάτας με κουνουπίδι στο κλασικό aloo gobi δεν είναι μαγειρεμένος έτσι που να ανεβαίνει στην κλίμακα του καλού, παρά το ωραίο καρύκευμα της σάλτσας.

Το μέτριο επίπεδο της κουζίνας επισφραγίζεται και στα επιδόρπια από το βαρύ τηγάνι στους λουκουμάδες gulab jamun. O ινδικός χαλβάς καρότου μετά ξηρών καρπών και φρούτων είναι καλύτερος, δεν σώζει όμως την κατάσταση.

Εν κατακλείδι, αυτήν τη στιγμή το «Indian Chef» βρίσκεται πιο πολύ σε επίπεδο delivery και όχι εστιατορίου για έξοδο. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να το βελτιώσουν, αλλά αξίζει τον κόπο.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 4/10. 

INDIAN CHEF Λεωφ. Συγγρού 55, Φιξ, 2109233585. Ωράριο λειτουργίας: Και μεσημέρι. Τιμή: € 20-25 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.

Επεξήγηση βαθμολογίας 
Κακό: κάτω από 11,5/20 
Μέτριο: 12/20-12,5/20 
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20 
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20 
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20 
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20 
 Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ