Θέλετε να μεγαλώσετε υπέροχα το αγγελούδι σας μα δεν ξέρετε πως; Ιδού 5 μαγικά tips για να του προσφέρετε την ευτυχία!

 Τι μπορούμε να κάνουμε για να είναι το παιδί μας σωστό και χαρούμενο, σήμερα ως παιδί και αύριο ως ενήλικας;

Αυτά είναι τα πέντε σημαντικότερα συστατικά της σωστής ανατροφής, έτσι όπως προκύπτουν από πολύχρονες και καλά τεκμηριωμένες επιστημονικές έρευνες.

Γράφει η Δρ. Λίζα Βάρβογλη στο varvogli.gr

1. Τα παιδιά χρειάζονται έναν ασφαλή συναισθηματικό δεσμό με τουλάχιστον έναν ενήλικα στη ζωή τους, ο οποίος τα αγαπάει και τα νοιάζεται.

Μέσα από το συναισθηματικό δεσμό ανάμεσα στη μητέρα (ή τον φροντιστή) και το μωρό καλύπτονται οι βασικές φυσιολογικές και ψυχολογικές ανάγκες του μωρού και αναπτύσσεται η αίσθηση σιγουριάς και ασφάλειας. Αυτός ο πρωταρχικός συναισθηματικός δεσμός είναι το θεμέλιο για την κοινωνική, συναισθηματική, ακόμα και διανοητική ανάπτυξη του παιδιού. Οι πρώιμες εμπειρίες του μωρού δημιουργούν νευρωνικά μονοπάτια στον εγκέφαλό του και έτσι το μυαλό του παιδιού αναπτύσσεται με συγκεκριμένο τρόπο και έχει σταθερές αντιδράσεις σε ποικιλία ερεθισμάτων.

Ο συναισθηματικός δεσμός επηρεάζει την ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού, και ειδικά την αίσθηση της σιγουριάς και ασφάλειας, κάτι που ξέρουμε από τις έρευνες ότι σχετίζεται με την ικανότητα του ανθρώπου να κάνει σταθερές σχέσεις στην ενήλικη ζωή του. Οι νευροεπιστήμονες μας διαβεβαιώνουν ότι ο συναισθηματικός δεσμός είναι τόσο σημαντικός, ώστε υπάρχουν ειδικοί νευρώνες στον εγκέφαλο που τον θέτουν σε λειτουργία καθώς και η ορμόνη ωκυτοκίνη που διευκολύνει τη διαδικασία.

Πώς πετυχαίνουμε τον σταθερό συναισθηματικό δεσμό: καταρχήν κρατώντας αγκαλιά το παιδί συχνά τον πρώτο χρόνο της ζωής του! Δεν το αφήνουμε να κλαίει απαρηγόρητο για «να μάθει». Τα παιδιά μαθαίνουν όταν τα αγκαλιάζουμε και τα φροντίζουμε την ώρα που το έχουν ανάγκη. Καθώς μεγαλώνει το παιδί συνεχίζουμε να ενισχύουμε τον συναισθηματικό δεσμό: αποδεχόμαστε το παιδί και του δείχνουμε αγάπη, ακόμα και στις δύσκολες στιγμές με τα ξεσπάσματα και το θυμό στις ηλικίες 2-3 ετών.

2. Τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν να ελέγχουν τα ίδια τον εαυτό τους- κάτι που το μαθαίνουν από τα όρια που βάζουν οι γονείς με κατανόηση

Μία βασική ικανότητα που πρέπει να μάθει ένα παιδί νωρίς στη ζωή του και η οποία το συντροφεύει σε όλη του τη ζωή και μάλιστα αποτελεί έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες επιτυχίας είναι η ικανότητα αυτοελέγχου. Ο αυτοέλεγχος συμπεριλαμβάνει να μπορεί το παιδί να ελέγξει τα συναισθήματά του, το πώς τα βιώνει, το πώς τα εκδηλώνει αλλά και τη συμπεριφορά του, δηλαδή να διαλέγει πώς θα φερθεί, τι θα κάνει και που θα πει ‘όχι’, σε μεγαλύτερη ηλικία.

Όταν οι γονείς δε βάζουν όρια στα παιδιά τους νομίζοντας ότι έτσι οι ίδιοι είναι καλοί, ότι θα έχουν καλύτερη σχέση με το παιδί τους και ότι αυτό με κάποιον τρόπο θα μάθει όλα όσα πρέπει— στην ουσία του κάνουν κακό! Όταν οι γονείς δε βάζουν όρια στο παιδί, τότε αυτό δε μαθαίνει να ασκεί αυτοέλεγχο. Και ξέρουμε ότι για να αποκτήσουμε ικανότητες δε φτάνει να γνωρίζουμε καλά τη θεωρία, χρειάζεται να περάσουμε στην πράξη και να εξασκηθούμε καλά σε αυτό που θέλουμε να μάθουμε. Γιατί, τελικά, κανείς ποτέ δεν έμαθε ποδήλατο ή οδήγηση μόνο γνωρίζοντας τη θεωρία!

Προσοχή όμως! Τα όρια θα πρέπει να μπαίνουν με γλυκό τρόπο, με κατανόηση από την πλευρά του γονιού του πώς νιώθει το παιδί. Αν ο γονιός θέσει τα όρια με τρόπο που προκαλεί αντίσταση στο παιδί (Πρόσεχε πώς μου μιλάς!) ή βάλει μια απειλή (Πρόσεχε πώς μου μιλάς! Θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα!) το παιδί δε μαθαίνει αυτοέλεγχο, γιατί μέσα του δεν δέχεται το όριο. Είναι προτιμότερο να πούμε στο παιδί «Δε δέχομαι να μου μιλάς άσχημα. Ο κανόνας στο σπίτι είναι ότι δεν μιλάμε άσχημα. Καταλαβαίνω ότι θύμωσες, αλλά είμαι εδώ να μου πεις τι συμβαίνει όταν ηρεμήσεις». Θα μου πείτε χρειάζεται υπομονή και αυτοπειθαρχία από την πλευρά του γονιού να τα πει όλα αυτά όταν και ο ίδιος είναι θυμωμένος με τη συμπεριφορά του παιδιού του. Πράγματι! Αλλά πώς να διδάξει κανείς στο παιδί του αυτοέλεγχο, όταν ο ίδιος δεν ελέγχει τον ενήλικα εαυτό του;

Πώς μπαίνουν τα όρια με κατανόηση;

«Καταλαβαίνω ότι δε θέλεις να φύγουμε, περνάς τόσο ωραία… Έχεις ακόμα 10 λεπτά να παίξεις. Μετά θα είναι ώρα να πάμε σπίτι, αλλά θα ξανάρθουμε» ή

«Βλέπω ότι θύμωσες! Αλλά δε πετάμε τα παιχνίδια μας γιατί έτσι χαλάνε. Πες μου με λόγια τι έγινε».

Μπορεί να μην αρέσει στο παιδί το όριο που του βάζετε, όμως αισθάνεται ότι το καταλαβαίνετε, ότι το στηρίζετε, ότι είστε συναισθηματικά κοντά του, οπότε προβάλλει λιγότερη αντίσταση. Η συναισθηματική σύνδεση μαζί του είναι το βασικό συστατικό που κάνει το παιδί να μπορεί να ανεχτεί το όριο που του βάζετε, μαζί με το ότι του δείχνετε ότι καταλαβαίνετε ότι δεν του αρέσει το συγκεκριμένο όριο.

3. Τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν να ηρεμούν τον εαυτό τους και να διαχειρίζονται το άγχος, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά τους.

Την ικανότητα να μπορούμε να ηρεμήσουμε τον εαυτό μας όταν είμαστε αγχωμένοι, στεναχωρημένοι, θυμωμένοι ή αισθανόμαστε ένα έντονο συναίσθημα την μαθαίνουμε στην αρχή της ζωής, από τους γονείς μας. Όταν το μωρό κλαίει και η μαμά το πάρει αγκαλιά και του μιλήσει γλυκά, το λικνίσει, το παρηγορήσει, τότε παράγονται καταπραϋντικές και ηρεμιστικές ορμόνες. Έτσι, από νωρίς το νευρικό σύστημα του μωρού διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε το μωρό αργότερα μαθαίνει να παρηγορεί το ίδιο τον εαυτό του και να εκλύονται οι ίδιες ορμόνες όταν στεναχωριέται και παρηγορεί το ίδιο τον εαυτό του (αυτά σε μεγαλύτερη ηλικία). Ξέρουμε τώρα πολύ καλά ότι όταν αφήνουμε ένα μωρό να κλαίει ΟΧΙ μόνο δεν του διδάσκουμε τίποτα, αλλά το τρομάζουμε ακόμα περισσότερο, γιατί αισθάνεται μόνο και αβοήθητο (και έτσι είναι!). Τα παιδιά που είναι ευαίσθητα, έχουν άγχος, είναι πολύ ντροπαλά ή έχουν εκρήξεις θυμού χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη από τους γονείς ώστε να μάθουν να ηρεμούν τον εαυτό τους.

4. Τα παιδιά μπορούν να ελέγξουν τη συμπεριφορά τους μόνο όταν μπορούν να ελέγξουν τα συναισθήματά τους, το οποίο ξεκινάει με τον γονιό να αποδέχεται τα έντονα συναισθήματα του παιδιού.

Εννοείται ότι όταν λέμε πως οι γονείς θα πρέπει να αποδέχονται τα συναισθήματα του παιδιού αυτό σημαίνει ότι του δείχνουν ότι καταλαβαίνουν, δεν λένε στο παιδί «δε μπορεί να είσαι θυμωμένος», όταν το παιδί πάει να εκραγεί ή με κάποιον τρόπο να ακυρώνουν τα συναισθήματά του. Αποδέχομαι τα συναισθήματα όμως δε σημαίνει αυτομάτως ότι αποδέχομαι την κακή συμπεριφορά. Έτσι, ο γονιός μπορεί να αποδεχτεί το συναίσθημα, αλλά ταυτόχρονα να βάλει όρια στη συμπεριφορά. Όταν ένας άνθρωπος, μικρός ή μεγάλος, καταπιέζει τα συναισθήματά του, αυτά, αργά ή γρήγορα θα έρθουν στην επιφάνεια, και συνήθως με έντονα αρνητικό τρόπο και θα προκαλέσουν κακή συμπεριφορά.

Όταν ένα παιδί αισθάνεται ασφάλεια και μπορεί να αισθανθεί έντονα συναισθήματα, λύπη, θυμό, απογοήτευση, άγχος, κλπ, τότε το συναίσθημα ξεφουσκώνει και τελικά εξαφανίζεται. Τα παιδιά που δε συνεργάζονται, που θυμώνουν, που φοβούνται, που αγχώνονται, θέλουν να βιώσουν αυτά τα έντονα συναισθήματα παρουσία του γονιού τους, για να τα αποδεχτεί η μαμά ή ο μπαμπάς και έτσι να διαλυθούν. Βάλτε όρια με ενσυναίσθηση και κατανόηση (πχ, ξέρω, θέλεις τόσο πολύ να δεις και άλλο ένα επεισόδιο της αγαπημένης σου σειράς, αλλά έφτασε η ώρα για ύπνο. Μην ανησυχείς, δε θα το χάσεις, θα το δεις αύριο) για να μπορέσει το παιδί να διαχειριστεί τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του.

5. Τα παιδιά μαθαίνουν από την πραγματικότητά τους, από τα παραδείγματα που ζουν μέσα στην οικογένειά τους.

Τόσο απλά! Σέβεστε τον/τη σύζυγό σας; Μιλάτε ο ένας στον άλλον όμορφα; Μιλάτε ωραία στο παιδί σας; Βρίζετε και φωνάζετε όταν έχετε νεύρα; Παρατηρήστε τι είναι αυτό που κάνετε εσείς και θα καταλάβετε για ποιο λόγο το παιδί σας δε σας σέβεται ή εκρήγνυται όταν έχει νεύρα. Τα παιδιά που έχουν αγενή συμπεριφορά, που μιλάνε άσχημα και δεν έχουν σεβασμό το έχουν μάθει από κάπου, από αυτά που βλέπουν στο σπίτι τους. Έτσι, αν θέλουμε παιδιά με καλή συμπεριφορά, πρέπει να δίνουμε το καλό παράδειγμα με τη δική μας συμπεριφορά. Και το ξέρω ότι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και ότι χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια. Έτσι, ο γονιός πρέπει καταρχήν να διαχειριστεί τα δικά του συναισθήματά και τον θυμό του, για να μην ξεσπάει στο παιδί του.

Η Δρ Λίζα Βάρβογλη, Ph.D., είναι ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια, που έχει κάνει τη µεταπτυχιακή της εκπαίδευση στα Πανεπιστήµια της Βοστώνης Tufts, Northeastern και Harvard (πτυχία Μάστερ, ∆ιδακτορικό και Μεταδιδακτορική Εκπαίδευση). Είναι µέλος του διδακτικού προσωπικού της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστηµίου Αθηνών, ΜΠΣ «Επιστήµη του Στρες και Προαγωγή της Υγείας» και διατηρεί ιδιωτικό γραφείο. Τα άρθρα της δηµοσιεύονται σε σηµαντικά ελληνικά και διεθνή επιστηµονικά περιοδικά.

Εργάζεται µε ενήλικες, παιδιά, εφήβους, φοιτητές και τις οικογένειές τους στην Αµερική και την Ελλάδα, καλύπτοντας θέµατα σωστής ανατροφής, διαπαιδαγώγησης και επικοινωνίας παιδιών και γονιών αλλά και διάφορες δυσκολίες, όπως άγχος, χαµηλή αυτοεκτίµηση, κατάθλιψη, µαθησιακές δυσκολίες, διάσπαση προσοχής κ.λπ. Έχει εκτενή εµπειρία µε περισσότερες από 10.000 ώρες ψυχοθεραπείας και συµβουλευτικής µε ενήλικες, παιδιά, εφήβους και οικογένειες, ατοµικά ή οµαδικά, στο γραφείο της, σε σχολεία και στο παιδιατρικό νοσοκοµείο Children’s Hospital του Harvard.

Έχει γράψει επιστηµονικά συγγράµµατα και βιβλία αυτοβοήθειας, καθώς και πολλά παιδικά βιβλία. Για το βιβλίο της Το µυστήριο του σοκολατένιου γλυκού, από τη σειρά Ανελάντα και Μάξιµος – Πράκτορες Μυστηρίου, απέσπασε το 1ο Βραβείο Παιδικού Βιβλίου στα βραβεία Public το 2016. Την ίδια χρονιά βραβεύτηκε από την Unesco για την προσφορά της στα γράµµατα και τον πολιτισµό.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ