Ανακαλύψτε το παλάτσο Σάντα Σοφία - Ο εκπληκτικός Χρυσός Οίκος της Βενετίας

Επί της βόρειας όχθης του Μεγάλιου Καναλιού της Βενετίας, βρίσκεται μία σπουδαία οικία, της οποίας η περίτεχνη μαρμάρινη πρόσοψη μας επιτρέπει να φανταστούμε την αρχική λαμπρότητα. 

Το Παλάτσο Σάντα Σοφία, ή αλλιώς "Ca D'Oro", ο Χρυσός Οίκος όπως είναι γνωστό, είναι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα παραδείγματα ύστερης Ενετικής Γοτθικής Αρχιτεκτονικής, η οποία συνδυάζει τα υπάρχοντα στοιχεία της Γοτθικής, Μαυριτανικής και Βυζαντινής αρχιτεκτονικής σε μια μοναδική αισθητική που συμβόλιζε την κοσμοπολίτικη εμπορική αυτοκρατορίας της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας.

 

Αρχικά ανεγέρθη ως μεγαλοπρεπής κατοιοκία του πλούσιου Ενετού επιχειρηματία και πολιτικού Μαρίν Κονταρίνι, το παλάτσο έχει περάσει από τα χέρια πολλών ιδιοκτητών και έχει υποστεί πολλαπλές ανακαινίσεις πριν καταλήξει ως μουσείο μεσαιωνικής ζωγραφικής και γλυπτικής.   

Στις αρχές του 15ου αιώνα, η νεαρή Ενετική Δημοκρατία βίωσε μια περίοδο πρωτοφανούς ακμής, επρόκειτο για τον προάγγελο του "Χρυσού Αιώνα" της Γαληνοτάτης. Μια διαδοχή στρατιωτικών νικών τις προηγούμενες δεκαετίες της επέτρεψε να απορροφήσει τις ηπειρωτικές πόλεις της Βερόνα και της Βιτσέντσα, μετατρέποντας την ναυτιλιακή δύναμη και πόλη-κράτος σε μία από τις ισχυρότερες πολιτικές οντότητες της Ιταλικής χερσονήσου.

Οι πόροι που προσπορίστηκε από τις νέες αυτές κτήσεις, σε συνδυασμό με το εντυπωσιακό δίκτυο εμπορικών διασυνδέσεων της Βενετίας αποδείχθηκαν τόσο κερδοφόροι ώστε μέχρι το 1420 να είναι και επισήμως το πλουσιότερο κράτος όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά και στο σύνολο της Ευρώπης. 

 

Μέσα σε αυτή την αισιόδοξη ατμόσφαιρα, ο Μαρίν Κονταρίνι παρήγγειλε την κατασκευή του νέου του παλατιού στις όχθες του Μεγάλου Καναλιού. Η οικογένεια Κονταρίνι ήταν μία από τις πιο σημαντικές οικογένειες ευγενών της Βενετίας, μάλιστα ήταν υπό την ηγεσία των Κονταρίνι που η Δημοκρατία είχε νικήσει την Γένοβα το 1380. Έπειτα από την μάχη η οικογένεια παρέμεινε σημαντικός ρυθμιστής στα εμπορικά και πολιτικά ζητήματα. Ήταν αναμενόμενο λοιπόν ο νέος οίκος του Μαρίν να αντικατοπτρίζει συμβολικά και ως κτίσμα την θέση της οικογένειας του.   

 

Το μέγεθος του ήταν το πρώτο δείγμα μεγαλείου του νέου παλάτσο. Οι μεσαιωνικές πόλεις ήταν πυκνοκατοικημένοι χώροι και η Βενετία, παρότι μορφολογικά πολύ διαφορετική, δεν αποτελούσε εξαίρεση σε αυτό αν λάβει κανείς υπόψη ότι είχε πληθυσμό 10.000 κατοίκων. Συνεπώς το να διαθέτει κάποιος ένα οικόπεδο 35 επί 22 μέτρα στην καρδιά του Καναρέτζιο, ήταν ήδη κάτι μεγαλειώδες. Η απόλυτη έκφραση πλούτου και ισχύος όμως, επιτεύχθηκε με την πρόσοψη του παλατιού επί του καναλιού.  

  Όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα κτήρια στην Βενετία, το Παλάτσο Σάντα Σοφία χτίστηκε κυρίως με τούβλα, τα οποία ήταν ελαφρύτερα κα φθηνότερα από την πέτρα. Συνήθης πρακτική την εποχή εκείνη ήταν να καλύπτονται οι οικοδομές με ασβεστοκονίαμα, που προσέδιδε μια αισθητικά ευχάριστη όψη. Ωστόσο τα τούβλα του Παλάτσο Σάντα Σοφία, επενδύθηκαν με μάρμαρο. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που η ολοκλήρωση του κτηρίου απαίτησε τις συνδυασμένες δυνάμεις σαράντα λιθοδόμων, πάνω από τους μισούς μάστορες δηλαδή που ενεπλάκησαν στην καταστεκυή του.

 

Ο πιο σημαντικοί από τους λιθοδόμους αυτούς ήταν οι Ζάνε και Μπαρτολομέο Μπον, πατέρας και γιος που προσέφεραν το ταλέντο τους στην ανέγερση πολλών παλατιών και δημοσίων κτηρίων σε όλη την Βενετία.  

O συνδυασμό αρκετών εκάδων τεχνιτών που εργάζονταν σε μία και μόνη πρόσοψη πάνω από μία δεκαετία είχε ως αποτέλεσμα ένα περίπλοκο μωσαϊκό διακοσμητικών στοιχείων. Τα αγλαΐσματα διαφέρουν από όροφο σε όροφο, καθώς το έργο της πρόσοψης ολοκληρώθηκε από δύο ομάδες λιθοδόμων με δυο διαφορετικούς μάστορες, πριν συναρμολογηθούν υπό την επίβλεψη ενός αρχιμάστορα. Κάποια στοιχεία, όπως οι κουπαστές των άνω ορόφων ή τα κιονόκρανα που στηρίζουν την ισόγεια στοά, ανακυκλώθηκαν από την οικία που βρισκόταν πριν στο ίδιο οικόπεδο. Όλα τα υπόλοιπα φιλοτεχνήθηκαν και κατασκευάστηκαν ειδικά για το νέο παλάτσο.

   Όσο πολυτελής κι αν ήταν η λιθοδομή, δεν ήταν επαρκής για να ικανοποιήσει τον Μαρίν Κονταρίνο. Πολλά από τα διακοσμητικά στοιχεία του παλάτσο, όπως τα σφαιρικά λίθινα στοιχεία που στεφανώνουν τις πολεμίστρες της στέγης, τα φύλλα στις κολώνες των κιονόκρανων και πολλές άλλες γλυπτές λεπτομέρειες, στολίστηκαν με φύλλα χρυσού. Άλλα χρωματίστηκαν με έντονα χρώματα όπως μπλε ουλτραμαρίν, μαύρο, λευκό και κοκκινο, τονίζοντας την εξαιρετικής τεχνοτροπίας λιθοδομή.

 

Η βαφή ουλτραμαρίν ήταν δείγμα εξαιρετικού πλούτου γιατί παρασκευαζόταν από θρυμματισμένο ημιπολύτιμο λίθο λάπις λαζούλι που εισαγόταν από το Αφγανιστάν. Η Βενετία ήταν πύλη μέσω της οποία οι χρωστικές ουλτραμαρίν εισάγονταν στην Ευρώπη, το αγαθό αυτό θεωρούνταν μεγαλύτερης αξίας κι από τον χρυσό. Παρά το γεγονός αυτό, η επιχρύσωση της πρόσοψης ήταν εκείνη που προξένησε την μεγαλύτερη εντύπωση ώστε ακόμα και αιώνες μετά, όταν πλέον το χρυσό είχε ξεφτίσει, το παλάτσο διατηρεί το παρατσούκλι Ca D'Oro—ο Χρυσός Οίκος.  

Η υπερβολή της πρόσοψης επί του καναλιού προξενεί έντονη αντίθεση με την σχετική αυστηρότητα του εσωτερικού του κτηρίου. Οι τοίχοι που βλέπουν στην εσωτερική αυλή δεν είχαν επενδυθεί με μάρμαρο και συνεπώς εκθέτουν την τούβλινη δομή της κατοικίας.

 

Ακόμα και ο ανατολικός τοίχος, που βλέπει στην γωνία μετά την πρόσοψη επί του καναλιού παρέμεινε ακάλυπτος, παρά το γεγονός ότι ήταν ορατός από το ίδιο το Μεγάλο Κανάλι. Καθώς οι εξωτερικοί αυτοί τοίχοι δεν αποτελούσαν κύριες εισόδους προς το εσωτερικό του κτηρίου, τους αποδόθηκε σημαντικά λιγότερη σημασία από διακοσμητικής απόψεως. Πέρα από μια εντυπωσιακή μαρμάρινη αψίδα εισόδου στην αυλή, ο Μαρίν είχε δαπανήσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στην πρόσοψη του καναλιού.   


Η εσωτερική διαρρύθμιση του Παλάτσο Σάντα Σοφία ήταν η χαρακτηριστική των μεγάλων Βενετικών κατοικιών της περιόδου εκείνης. Η τελετουργική είσοδος στην κατοικία λάμβανε χώρα όχι στην πύλη της αυλής αλλά στην ιδιωτική προκυμαία που βρίσκεται πίσω από την ισόγεια στοά. Οι περισσότεροι από τους σύγχρoνους γείτονες του παλάτσο διέθεταν μια σχετικά ταπεινή μονόφυλλη πόρτα για την ίδια λειτουργία.

 

Έτσι, η ευρεία στοά δεν ήταν μόνο μια αναφορά στους Βυζαντινούς προγόνους αλλά και μια περίοπτη είσοδος. Το υπόλοιπο του ισογείου καταλάμβαναν τα δωμάτια των υπηρετών, αποθηκευτικοί χώροι, η αυλή και το προσωπικό γραφείο του Μαρίν.  

 

  Οι επάνω ορόφοι, ή αλλιώς piani nobili, στέγαζαν τους κυριώς κατοικήσιμους χώρους του παλάτσο. Ήταν προσβάσιμοι μόνο δια μιας εξωτερικής σκάλας απότ ητν αυλή, αμφότεροι οι όροφοι διέθεταν μια σχεδόν πανομοιότυπη κάτοψη: κρεβατοκάμαρες, κουζίνες, παρεκκλήσι και μια λότζια, όλα αυτά ακτινωτά από μία μεγάλη αίθουσα. Το ότι και οι δύο όροφοι έχουν ίδια διαρρύθμιση, και συγκεκριμένα το ότι αμφότεροι διέθεταν κουζίνα, υποδεικνύει ότι πιθανά μόνο ό ένας από τους δύο προοριζόταν προς χρήση από την άμεση οικογένεια του Μαρίν. Είναι πιθανό ο τελευταίος όροφος να κατοικούνταν από τον πατέρα ή κάποιον από τους αδελφούς του, μια συνήθης πρακτική στα ενετικά παλάτια.   

 

Οι εργασίες στο Παλάτσο Σάντα Σοφία ξεκίνησαν το 1420, και δεν ολοκληρώθηκαν λήρως πριν από το 1436. Μετά τον θάνατο του Μαρίν Κονταρίνι εν έτει 1456, η κατοικία του κληρονομήθηκε διαδοχικά από τους απογόνους του ώσπου τελικά εγκαταλείφθηκε το 791. Στη συνέχεια αγοράστηκε από τον εξόριστο Ρώσο Πρίγκηπα Τρουμπετσκόϋ, ο οποίος το δώρισε στην διάσημη μπαλαρίνα Μαρί Ταλιόνι.

 

Το παλάτσο υπέστη καταστροφικές ανακαινίσεις επί ιδιοκτησίας Ταλιόνι, η γοτθική σκάλα της αυλής κατεδαφίστηκε και πολλά τμήματα της λιθοδομής, συμπεριλαμβανομένης της διακοσμητικής κρήνης του Μπαρτολομέο Μπον πωλήθηκαν.   

Ευτυχώς το παλάτσο άλλαξε χέρια ξανά το 1894, περνώντας στην ιδιοκτησια του Βαρώνου Τζόρτζιο Φρανκέτι. Ο Βαρώνος ήταν εκείνος ο οποίος αποκατέστησε τα περισσότερα στοιχεία που κατέστρεψε η Ταλιόνι. Έχτισε ξανά την σκάλα της αυλής, ανέτρεψε πολλές από τις μετατροπές στην περίφημη πρόσοψη, και ανέκτησε τα περισσότερα από τα γλυπτά στοιχεία που είχαν πωληθεί. Όταν ολοκλήρωσε την αποκατάσταση του κτηρίου το δώρισε στο ιταλικό κράτος και άνοιξε τις πύλες του στο κοινό ως πινακοθήκη το 1927. 

Επιβιώνοντας αιώνες χρήσης, κακοποίησης και ανακατασκευής, το Παλάτσο Σάντα Σοφία πλέον στέκει ως απόδειξη της περασμένης δόξας της Ενετικής Δημοκρατίας. Μπορεί η περίφημη χρυσή επίστρωση της προσοψεως του να έχει ξεφτίσει εδώ και αιώνες, ωστόσο η περίτεχνη λιθοδομή και τα ευρύχωρα διαμερίσματα του παλατιού που μετετράπη σε μουσείο παραμένουν υποδειγματικά παραδείγματα πολυτελούς σχεδίασης μιας μεσαιωνικής αυτοκρατορίας στην ακμή της. Συνεπώς μπορεί κανείς να πει ότι η ιστορία δικαίωσε τις αρχικές προθέσεις του Μαρίν Κονταρίνι για το μεγαλεπήβολο σχέδιο του, ο Χρυσός Οίκος του  εξακολουθεί να είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά κτήρια της Βενετίας.   

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ