Αυτοί είναι οι πέντε νέοι Έλληνες ερευνητές που διαπρέπουν στο εξωτερικό 

Μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τις εγχώριες σπουδές, τονίζουν όμως τις δυσχέρειες του ερευνητικού έργου στην Ελλάδα

Πέντε νέοι Έλληνες ερευνητές επιλέχθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ΄Ερευνας, στο πλαίσιο 5ετούς προγράμματος επιχορήγησης 1,5 εκατομμυρίου ευρώ, προκειμένου να δημιουργήσουν την δική τους ομάδα έρευνας σε τομείς όπως οι κβαντικοί υπολογιστές, η βιοϊατρική, ο έλεγχος των σεισμών και το εθιμικό δίκαιο.

Η kathimerini.gr και ο Γιάννης Ελαφρός μίλησαν με τα πέντε ελληνικά μυαλά που διαπρέπουν στο εξωτερικό, καθώς στην Ελλάδα δεν υπάρχουν αντίστοιχες δυνατότητες για ερευνητικό έργο.

Ο Γεώργιος Σωτηρίου εργάζεται στο Ινστιτούτο Καρολίνσκα στη Σουηδία και η ερευνητική πρότασή του αφορά την αξιοποίηση της νανοτεχνολογίας σε βιοϊατρικές εφαρμογές. 

Η επιδίωξη είναι να διαμορφωθούν νανοσωματίδια με αντιμικροβιακές ιδιότητες, έτσι ώστε να αντιμετωπίζονται οι μολύνσεις, που αποτελούν πολύ μεγάλο πρόβλημα ειδικά στα νοσοκομεία. 

«Για παράδειγμα, με τη δημιουργία πολυμερικών φιλμ που θα εφαρμόζονται πάνω στο δέρμα, χωρίς όμως να προκαλούν μολύνσεις. Ή για τη δημιουργία εμφυτευμάτων τιτανίου με έξυπνες ιδιότητες, που θα ενσωματώνονται στο οστό χωρίς πρόκληση μολύνσεων», μας λέει ο κ. Σωτηρίου, που είναι απόφοιτος της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του ΕΜΠ και συνέχισε με σπουδές στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης και στο Χάρβαρντ στη Βοστώνη.

Η Ελένη Διαμαντή εργάζεται στη Γαλλία, στο Εθνικό Κέντρο για την Επιστημονική Ερευνα (CNRS). 

Το ερευνητικό πρόγραμμα που θα αναπτύξει αφορά την κβαντική κρυπτογραφία στις τηλεπικοινωνίες και στο Ίντερνετ. 

«Στόχος είναι να αποδείξουμε πώς μπορεί να γίνει επικοινωνία με κρυπτογραφημένα μηνύματα μέσω κβαντομηχανικής και να είναι πιο αποδοτική. Βεβαίως, κάτι τέτοιο θα απαιτήσει αλλαγή όλης της υποδομής, κβαντικούς υπολογιστές, οι οποίοι θα στηρίζονται σε οπτικά συστήματα», μας λέει. η κ. Διαμαντή που έχει αποφοιτήσει από τη Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ και συνέχισε στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ για μάστερ και διδακτορικό, μέχρι να προσληφθεί στο CNRS.

Ο Γιάννης Στεφάνου βρίσκεται στην Εθνική Σχολή Γεφυρών και Δρόμων της Γαλλίας, μιας από τις τρεις μεγάλες σχολές. 

Η πρότασή του αφορά το πώς θα μπορούσαμε να ελέγξουμε και να σταματήσουμε τους σεισμούς. 

«Διοχετεύοντας νερό με μεγάλη πίεση σε κάποιο σεισμικό ρήγμα, θα μπορούσαμε να προκαλέσουμε μικρότερες σεισμικές δονήσεις που θα εκτονώνουν πιο ήπια την τεράστια σεισμική ενέργεια. Το κόστος επέμβασης θα είναι μικρότερο από τις ζημιές», σημειώνει ο κ. Στεφάνου, ο οποίος είναι απόφοιτος της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ.

Ο Παναγιώτης (Πάνος) Μερκούρης εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Χρόνινγκεν στην Ολλανδία και η δική του πρόταση αφορά τους κανόνες ερμηνείας του διεθνούς εθιμικού δικαίου. 

«Οι κανόνες ερμηνείας στους νόμους που ορίζονται από διεθνείς συνθήκες βασίζονται σε συγκεκριμένα κείμενα και γι’ αυτό είναι κατανοητό πώς προκύπτουν. Τι γίνεται όμως όταν το δίκαιο είναι άγραφο και προκύπτει για παράδειγμα μέσα από την πρακτική κρατών; Πώς αποφασίζει ένα διεθνές δικαστήριο;», μας λέει ο κ. Μερκούρης, απόφοιτος της Νομικής Αθηνών που έκανε μεταπτυχιακό στο δημόσιο διεθνές δίκαιο στην Αθήνα και συνέχισε τις σπουδές του στο Λονδίνο, με διδακτορικό στο Queen Mary.

Ο Κωνσταντίνος Δημητριάδης εργάζεται στο ερευνητικό κέντρο Max Planck, στην Κολωνία. 

Το ερευνητικό πρόγραμμα με το οποίο θα ασχοληθεί αφορά την κατανόηση των μοριακών μηχανισμών, με τους οποίους τα κύτταρά μας αντιλαμβάνονται την παρουσία ή την απουσία θρεπτικών μηχανισμών. 
«Σήμερα συναντάμε απορρυθμισμένα κύτταρα, χωρίς συντονισμό με το περιβάλλον, που προσπαθούν να αναπτυχθούν ακόμα και όταν δεν υπάρχουν όροι, όπως για παράδειγμα τα καρκινικά κύτταρα», μας λέει ο κ. Δημητριάδης που τελείωσε το Βιολογικό Θεσσαλονίκης και εκπόνησε διδακτορικό στην Αθήνα, στο Ίδρυμα Αλέξανδρος Φλέμινγκ.

Όσον αφορά τις σπουδές στην Ελλάδα και την τάση φυγής στο εξωτερικό, απαντούν:

«Συναντάμε πολλούς Έλληνες στα διεθνή επιστημονικά συνέδρια να παρουσιάζουν πολύ καλές εργασίες και να δημιουργούν. Αισθανόμαστε μεγάλη περηφάνια, οι φίλοι από άλλες χώρες μάς λένε αστειευόμενοι “ελληνική μαφία”, επειδή τα καταφέρνουμε», μας λέει ο κ. Μερκούρης.

Γιατί διάλεξαν τον δρόμο του εξωτερικού; Δεν μπορούσαν να εργαστούν ερευνητικά στην Ελλάδα; 

«Είναι πολύ δύσκολο, γιατί είναι πολύ χαμηλή η χρηματοδότηση. Παρ’ όλα αυτά γίνεται έρευνα, οι ερευνητές το παλεύουν πολύ», λέει η κ. Διαμαντή. 

«Το 2012 όλα ήταν σκούρα. Αισθανόμουν πως δεν υπήρχε προοπτική», λέει ο κ. Δημητριάδης. 

«Ήθελα να ταξιδέψω, να δω τον κόσμο της έρευνας και άλλες επιστημονικές σχολές», μας λέει ο κ. Στεφάνου.